Παρασκευή, 22 Δεκεμβρίου 2017

Η ιστορία των Greasers!

Οι Greasers γεννήθηκαν ως “youth subculture” (υποκουλτούρα της νεολαίας) στις βορειοανατολικές και νότιες Ηνωμένες Πολιτείες την δεκαετία του 1950. Τα δύο κύρια ονόματα που επηρέασαν το look τους ήταν ο Marlon Brando και ο James Dean.

Στις βορειοανατολικές και στις νότιες πολιτείες, οι Greasers ήταν ένας από τους πρώτους τύπους συμμοριών δρόμου. Αυτές οι greaser gangs υπήρχαν πριν οι συμμορίες συνδεθούν με την βία και τα ναρκωτικά.

Λέγεται ότι οι greasers της δεκαετίας του 1950 πήραν το όνομά τους από το "Greaser Act", που ήταν ένας νόμος που δημιουργήθηκε τo 1855 (!) στην Καλιφόρνια για να προστατεύσει τους Καλιφορνέζους από επικίνδυνους και ύποπτους Μεξικανούς (το 1848 είχε τερματιστεί ο Μεξικανο-Αμερικάνικος πόλεμος). Το όνομα "Greaser" (λιπαρός) είχε δοθεί υποτιμητικά στους Μεξικανούς λόγω των μαύρων λιπαρών μαλλιών τους στα μέσα του 1800. Το όνομα "Greaser" συνεπώς υποδήλωνε μια απόλυτη έλλειψη σεβασμού.
Όταν οι λευκοί έφηβοι της δεκαετίας του 1950 και της δεκαετίας του 1960 υιοθέτησαν το όνομα "Greaser", ήθελαν να δηλώσουν μια επαναστατικότητα και μία αντίδραση κόντρα στο «κατεστημένο» με την εμφάνισή τους και τη συμπεριφορά τους. Οι Greasers ήθελαν να έχουν την εικόνα του "bad boy". Επιδίωξαν να είναι οι "επαναστάτες χωρίς αιτία" που ήθελαν να αποδράσουν από την πλήξη του αμερικάνικου τρόπου ζωής. Μετά τον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο, οι νεαροί Αμερικανοί αναζητούσαν ψυχαγωγία και ταυτότητα πέρα από την εικόνα του ήρωα του πολέμου. Ήθελαν να εξεγερθούν ενάντια στις κοινωνικές νόρμες, και έτσι δημιούργησαν τις δικές τους νόρμες. 

Η μουσική που άκουγαν ήταν rock n' roll και doo-wop και καμιά φορά τραγούδια από ιταλικής καταγωγής ερμηνευτές, καθώς κάποια στιγμή οι greasers συνδέθηκαν περισσότερο με τους νεαρούς Ιταλοαμερικάνους (παράδειγμα οι “Wanderers”), αν και πολλοί ήταν ιρλανδέζικης και πολωνικής καταγωγής. Οι greasers απέφευγαν τις συγκρούσεις με άλλους greasers ή να πάρουν το κορίτσι ενός άλλου greasers.

Το όνομα "greaser" προέρχεται επίσης από το χτένισμα των μαλλιών τους, τα οποία χτένιζαν με πολύ μπριγιαντίνη, βαζελίνη, τζελ ή κερί μαλλιών, ώστε να φαίνονται «λιπαρά». Το στυλ μαλλιών είχε περίεργες ονομασίες όπως Elephant's trunkή Duck's ass
Ένα τέτοιο στυλ, πιθανότατα υιοθετήθηκε από τους πρωτοπόρους rock 'n' roll και rockabilly ερμηνευτές όπως ο Elvis Presley. Το μαλλί για να παραμείνει «κολλημένο» χρειαζόταν συχνό χτένισμα και φροντίδα.

Οι greasers φορούσαν μαύρα ή λευκά T-shirts, παντελόνια από βαμβάκι (κοινά μεταξύ της εργατικής τάξης) ή σκούρα μπλουτζίν με σηκωμένα ρεβέρ και ψηλές μαύρες ή καφέ δερμάτινες μπότες. Από πάνω φορούσαν δερμάτινα τζάκετ ή μπουφάν μοτοσικλετών.

Στην Βρετανία το στυλ αυτό συνδέθηκε με τους Rockers.

Αν κα οι Greaser έχουν συνδεθεί με άνδρες, στους greasers ανήκαν και γυναίκες. Οι γυναίκες greasers φορούσαν στενές ή φαρδιές (poodle) φούστες με μπουφάν μοτοσικλετών.

Οι Greasers είναι οι κεντρικοί χαρακτήρες του βιβλίου The Outsiders του 1967 του S. E. Hinton, που έγινε και πετυχημένη ταινία υπό τον Francis Ford Coppola το 1983 με το καστ να περιλαμβάνει σχεδόν όλα τα τότε ανερχόμενα αστέρια του κινηματογράφου. Στην ομάδα των greasers της ταινίας ανήκαν οι Thomas Howell (ως Ponyboy Curtis), Matt Dillon (ως Dallas "Dally" Winston), Ralph Macchio (ως Johnny Cade), Patrick Swayze (ως Darrel "Darry" Curtis), Rob Lowe (ως Sodapop Curtis), Emilio Estevez (ως Two-Bit Matthews),  Tom Cruise (ως Steve Randle) και Glenn Withrow (ως Tim Shepard). Ο εχθρός των greasers, που είναι όλα παιδιά φτωχών οικογενειών της εργατικής τάξης, ήταν τα πλουσιόπαιδα Socs. Επική η συμπλοκή ("rumble") τους υπό βροχήν με νικητές – φυσικά – τους Greasers

Επίσης greasers είναι οι πρωταγωνιστές στην ταινία του 1974 The Lords of Flatbush. Η παρέα των Perry King, (ως Chico Tyrell), Sylvester Stallone (ως Stanley Rosiello), Henry Winkler (ο γνωστός "Fonzie" στην τηλεοπτική σειρά "Happy Days", ως Butchey Weinstein) και Paul Mace (ως Wimpy Murgalo).

Αλλά η ταινία που έκανε γνωστό στον μέγιστο βαθμό σε όλον τον κόσμο το μοναδικό στυλ τους ήταν το Grease του 1978, με τον John Travolta ως “Danny Zuko” μέλος της συμμορίας των T-Birds
Άλλες ταινίες είναι το “Cry Baby” (1991) με τον Johnny Dep και η δημοφιλής τηλεοπτική σειρά “Happy Days” (με τον "Fonzie") (1974 - 1985). 

Επίσης ο Ken Wahl (ως Richie Gennaro) στην θρυλική ταινία «The Wanderers» είναι ο αρχηγός της ομώνυμης συμμορίας greasers με τα χαρακτηριστικά πορτοκαλί μπουφάν, ενώ το look greaser κράτησε και ως Vinnie Terranova στην αστυνομική τηλεοπτική σειρά «Wiseguy» (1987 – 1990).

Το look greaser υιοθέτησε και ο Andrew Dice Clay στην ταινία του 1990 «The Adventures of Ford Fairlane», ο David Arquette (ως Dude Delaney ) στην ταινία του 1994 “Roadracers” και ο Shia LaBeouf ως γιος του Ιντιάνα Τζόουνς στην ταινία Indiana Jones and the Kingdom of the Crystal Skull” (2008).

Το συγκρότημα Sha-Na-Na υιοθέτησε σκηνικά το στυλ New York City greasers. Η μουσική τους και η εμφάνισή τους στο Φεστιβάλ του Woodstock το 1969 ήταν μια εκδήλωση νοσταλγίας για την «χρυσή» δεκαετία του ‘50.


Στα τέλη της δεκαετίας του ’60 και την δεκαετία του ’70, καθώς οι μουσικές, οι μόδες και οι τάσεις άλλαζαν, οι greasers είχαν υποχωρήσει  αλλά δεν είχαν σβήσει. Μάλιστα βρέθηκαν σε «κόντρα» με το κίνημα των χίπις με τα αντιπολεμικά τσιτάτα και τα μακριά μαλλιά. Χαρακτηριστική η ατάκα που πέταγαν οι Sha-Na-Na , πριν τραγουδήσουν το rock and roll is here to stay του Danny and the Juniors: "We've got just one thing to say to you fuckin' hippies, and that is that rock and roll is here to stay!

Τετάρτη, 25 Οκτωβρίου 2017

Goodbye Fats Domino....

Ήταν boogie-woogie. Ήταν R & B. Ήταν rock 'n' roll. Και ήταν ποπ. Και ήταν όλα αυτά ήταν ο Fats Domino, ο μουσικός από τη Νέα Ορλεάνη, ο οποίος πέθανε στη Λουιζιάνα σε ηλικία 89 ετών. Για τον Fats και την ζωή του διάβασε εδώ. Εδώ είναι 14 τραγούδια από τα πρώτα χρόνια του Domino, μια μικρή γεύση από τα εκατοντάδες κομμάτια του.

«The Fat Man» (1949)
Ο Fats Domino συστήθηκε στον κόσμο με αυτό το single. Απλά εκπληκτικό.

«Blueberry Hill» (1956)
Το "Blueberry Hill" ήταν γνωστό από το 1940, και το είχαν πει οι Gene Autry, Glenn Miller και Louis Armstrong, μεταξύ άλλων.

«I’m Walkin’» (1957)

«Ain’t It a Shame» (1955)
“You made/Me cry/When you said/Goodbye” . Ο Domino τραγουδάει για τα δάκρυά του, αλλά επιμένει: “Youre the one to blame.” Το είπε και ο Pat Boone και ήταν απαράδεκτο.

«Blue Monday» (1955)
Άσχημο πράγμα η Δευτέρα

«Walkinto New Orleans» (1960)

«I’m Gonna Be a Wheel Someday» (1958)

«She’s My Baby» (1949)

«Swanee River Hop» (1953)
Ένα από τα αγαπημένα του Domino. Αυθεντικό boogie woogie.

«Darktown Strutters Ball» (1958)
Ένα τραγούδι του 1917 που ήταν από τις πρώτες τζαζ ηχογραφήσεις.

«My Girl Josephine» (1960)
Ένα από τα καλύτερα. “You used to laugh at me and holler ‘Hoo hoo hoo’”…


«All By Myself» (1955)

«Be My Guest» (1959)

«Jambalaya» (1962)

Πέμπτη, 12 Οκτωβρίου 2017

Gene Vincent: The Last Days...

Στις αρχές Σεπτεμβρίου του 1971 ο Ronny Weiser της Rolling Rock Records ρωτούσε με περιέργεια μια τοπική ιδιοκτήτρια δισκάδικου αν γνώριζε κάτι για τον Gene Vincent. Εκείνη απάντησε ειρωνικά ότι άκουσε ότι βρισκόταν σε ένα διαμέρισμα κάτω στο δρόμο. Ο Ron έκανε άμεση επαφή μαζί του και ο Gene ηχογράφησε τέσσερα μόνο φωνητικά τραγούδια στο διαμέρισμα του Ron, χρησιμοποιώντας ένα φορητό κασετόφωνο καταγραφής. Αργότερα προστέθηκαν μουσικά κομμάτια.

(Τον Ιούλιο του 1971 ο Gene είχε κυκλοφορήσει το υπέροχο άλμπουμ “The Day the World Turned Blue” με εξαιρετικά τραγούδια όπως το “How I love them old songs”, “High on life”, “North Carolina line”, “You can make it if you try”, “Our souls”, “Looking back”, “The day the world turned blue”, “Boppin the blues”, “There is something on your mind”, “Oh, lonesome me” και “The woman in black”). 

Ο Gene έκανε πρόβες για περίπου 12 τραγούδια για μια περιοδεία και ηχογράφησε πέντε από αυτά με τον Richard Cole και την μπάντα του Kansas Hook την Παρασκευή 1 Οκτωβρίου 1971. Το υλικό αυτό (εκτός από το "Whole Lotta Shakin") κυκλοφόρησε χρόνια αργότερα ως "The Last Session". Ο Gene κατάφερε να κάνει δύο παραστάσεις στο Wookey Hollow Club στο Λίβερπουλ στις 3 και 4 Οκτωβρίου 1971 πριν η κατάσταση της υγείας του επιδεινωθεί εντελώς και πετάξει με αεροπλάνο πίσω στην Καλιφόρνια στις 8 Οκτωβρίου.

Στην Καλιφόρνια, υποφέρει από κατάθλιψη. Επιπλέον, όταν βρέθηκε στο L.A, διαπίστωσε  ότι η Marcia (η τελευταία φίλη του) και τα παιδιά της εγκατέλειψαν το σπίτι τους στην κοιλάδα Simi. Πήρε τα πάντα μαζί της, συμπεριλαμβανομένου του πικ απ που οι αδελφές του Gene του είχαν κάνει δώρο για τα Χριστούγεννα. Η Tina Craddock, η αδελφή του θυμάται: "Η Marcia φαινόταν καλά, αλλά όταν Gene πήγε στο Λονδίνο, πήρε όλα τα χρήματά του από την τράπεζα".
Ο Gene ήταν καταλυπημένος και με ελάχιστα χρήματα (τον κυνηγούσε δικαστικώς η τρίτη σύζυγός του, Margaret Russell, για μη πληρωμή διατροφής, ενώ η Marcia μόλις τον είχε ληστέψει). Ο ίδιος αισθανόταν ότι όλοι τον πρόδωσαν και ήταν αποπροσανατολισμένος. Η διαδικασία διαζυγίου με την Jackie Frisco (τραγουδίστρια από τη Νότια Αφρική) είχε ξεκινήσει, αλλά ποτέ δεν πήρε την απόφαση του δικαστηρίου. Πίνει, αλλά δεν τρώει πια. Η Λούιζ, η μητέρα του είχε την προαίσθηση ότι ο Gene πέθαινε και τον πήρε τηλέφωνο. Της απάντησε: «Μόλις επέστρεψα μαμά, αλλά μου πήρε όλα όσα είχα, ακόμα και το πικ απ».
Ανησυχώντας για τον γιο τους, οι γονείς του Gene που κατοικούσαν στη Saugus της Καλιφόρνιας, ταξίδεψαν μέχρι την κοιλάδα Simi για να τον βρουν απογοητευμένο και αποπροσανατολισμένο. Αποφάσισαν να πάρουν τον Gene στο σπίτι τους και καθώς έμπαινε στο σπίτι ο Gene έπεσε κάτω, έσκασε το χρόνιο έλκος του και άρχισε να βγάζει από το στόμα του αίμα.
Κάλεσαν το ασθενοφόρο που τον μετέφερε στο Νοσοκομείο Inter-Valley όπου και πέθανε περίπου μία ώρα αργότερα. Μεταξύ των τελευταίων λέξεων του Gene ενώ περίμενε το ασθενοφόρο ήταν η υπόσχεση: "Αν το περάσω αυτό, θα γίνω ένας καλύτερος άνθρωπος". Ωστόσο, δεν επέζησε. 

Ο Gene πέθανε στο Newhall της California, από αιμορραγικό έλκος στις 12 Οκτωβρίου 1971. Ήταν 36 ετών. Η μητέρα είπε: "Αφού πέθανε, είχε το πιο γλυκό χαμόγελο στο πρόσωπό του. Ήταν ευτυχισμένος που ξέφυγε από την ατυχία του". 

Σύμφωνα με την Evelyn, την αδελφή του Gene, στην κηδεία επικρατούσε λίγο χαοτική κατάσταση. Η Donna, η άλλη του αδελφή, ήταν μέλος κάποιου θρησκευτικού κινήματος και ήθελε να έχει τον έλεγχο ολόκληρης τελετής. Πολλοί τηλεφωνούσαν αλλά κανείς δεν ήξερε πού να πάει. Λουλούδια στέλνονταν αλλά ποτέ δεν έφτασαν στον προορισμό τους. Λίγοι από τους φίλους του ήρθαν, αλλά ο Johnny Meeks, ο κιθαρίστας των Blue Caps, ήταν παρών. H γυναίκα του Jackie φώναζε ότι ο Gene δεν ήθελε ούτε να θαφτεί ούτε να καεί, αλλά να έχει μια στρατιωτική κηδεία και να θαφτεί στη θάλασσα. Ετάφη στο Eternal Memorial Park, Newhall της Καλιφόρνια. Στο τάφο τον έβαλαν με το μαύρο δερμάτινό του.

Ήταν ένα θλιβερό τέλος για έναν από τους πιο δημιουργικούς Αμερικανούς καλλιτέχνες και έναν από τους πιο αυθεντικούς ερμηνευτές του Rock n Roll. Ο τάφος του βλέπει τον αυτοκινητόδρομο του San Fernando. Γρήγορα αυτοκίνητα και φορτηγά περνούν καθ 'όλη τη διάρκεια της ημέρας κοντά από τον επαναστάτη με το μαύρο δερμάτινο. Είναι φυσιολογικό από τότε που ο Gene πέρασε ένα μεγάλο μέρος της ζωής του στους δρόμους για να κάνει τις παρατάσεις του. Η περιοδεία έλαβε τέλος, αλλά η μουσική του ζει ακόμα. 

Τρίτη, 15 Αυγούστου 2017

Τα 10 πιο αγαπημένα μου τραγούδια του Elvis Presley

1. "Blue Moon of Kentucky" – 1954
Ο Elvis, μαζί με τον Scott και τον Bill, παίρνει ένα κλασσικό τραγούδι του φημισμένου μουσικού της bluegrass, Bill Monroe, που γράφτηκε το 1946 και το μετατρέπει σε αυθεντικό άγριο rockabilly. Εξαιρετικός ο Bill Black στο μπάσο.

2. "Baby Let's Play House" - 1954
Το "Baby Let's Play House" είναι ένα δυνατό rockabilly τραγούδι που γράφτηκε από τον Arthur Gunter 1954. O Elvis το τραγούδησε το επόμενο έτος στην Sun Records.. Ο Elvis το ξεκινάει διαφορετικά με το  «Oh, baby, baby, baby, baby baby, baby, baby baby, be-be-be-be-be-be baby baby, baby, baby baby baby….». Χαρακτηριστικός και ο στίχος "I'd rather see you dead, little girl, than to be with another man" ..

3. "Heartbreak Hotel" - 1956
To "Heartbreak Hotel" ήταν ο πρώτος No.1 pop δίσκος του Elvis. Το τραγούδι έμεινε νο. 1 για 8 εβδομάδες στα Pop Charts του Billboard. Στις 11 Φεβρουαρίου 1956, ο Elvis παρουσίασε το τραγούδι ζωντανά στο τηλεοπτικό πρόγραμμα των Tommy και Jimmy Dorsey και στις 11 και 24 Μαρτίου στο Ed Sullivan Show. Ο αριθμός των τηλεθεατών που παρακολούθησε αυτές τις εκπομπές εκτιμώνται πάνω από 65 εκατομμύρια! Το "Heartbreak Hotel", εκφράζει την θλίψη που υπάρχει μετά το τέλος μιας σχέσης. Λέγεται ότι οι δημιουργοί του επηρεάστηκαν από την ιστορία ενός άγνωστου καλοντυμένου άνδρα που αυτοκτόνησε στο Miami το 1955, αφήνοντας μόνο ένα σημείωμα που έλεγε: "I walk a lonely street". Η φωνή του Elvis μοιάζει με γάντι. Εξαιρετικό το πιάνο του Floyd Cramer, ενός από τους «αρχιτέκτονες» του Nashville sound. Το τραγούδι το έπαιξαν καταπληκτικά, χρόνια αργότερα οι Sha-Na-Na.

4. "It Hurts Me" – 1964
Το τραγούδι είναι μια γλυκιά μπαλάντα που γράφτηκε από τον Joy Byers και τον θρυλικό Charles Daniels! Ο Elvis το τραγουδάει άλλοτε σχεδόν ψιθυριστά και άλλοτε με μεγάλη δύναμη. To τραγουδάει καταπληκτικά και τέσσερα χρόνια μετά στο '68 Comeback Special

5. "Stranger In My Own Home Town" – 1969
To τραγούδι το έγραψε ο μαύρος τραγουδιστής της rhythm-and-blues Percy Mayfield (1920 –1984). Ξεκινάει με μια υπέροχη ορχηστρική εισαγωγή και η καταπληκτική - σχεδόν «ηλεκτρισμένη» - φωνή του Elvis Presley αποδεικνύει πόσο καλός blues τραγουδιστής ήταν. “I came home with good intentions-about 5 or 6 years ago-I came home with good intentions-about 5 or 6 years ago-but my home town won't accept me-just don't feel welcome here no more…”

6. "Suspicious Minds" -1969
Εδώ έχουμε ένα τραγούδι - σήμα κατατεθέν του Elvis. Το "Suspicious Minds" – που έγραψε ο Mark James - είναι το τραγούδι που όλοι ομολογούν ότι επέστρεψε τον Presley στις μεγάλες επιτυχίες μετά το '68 Comeback Special. Ήταν το δέκατο όγδοο και τελευταίο νούμερο ένα στις Ηνωμένες Πολιτείες. Το τραγούδι περιγράφει μια προβληματική και δυσλειτουργική σχέση που όλα τα σκιάζει η καχυποψία της γυναίκας. Ο ρυθμός είναι καταιγιστικός, η ατμόσφαιρα αποπνικτική και η φωνή του Elvis συγκλονιστική. Στα backing vocals η Donna Thatcher, που υπήρξε και μέλος των Grateful Dead.

7. "Promised Land" - 1973
Το "Promised Land" συμπεριλαμβάνεται στον ομώνυμο δίσκο του 1975. Γράφτηκε και τραγουδίστηκε από τον θρυλικό Chuck Berry το 1964, μετά την αποφυλάκισή του. Ο Berry περιγράφει ένα ταξίδι μέσα στην «γη της επαγγελίας» (ΗΠΑ) με αφετηρία το Norfolk της Βιρτζίνια, που καταλήγει μετά από πολλές στάσεις στο Χιούστον και από εκεί στο Λος Άντζελες, τον “παράδεισο”.  Το τραγούδι με την φωνή του Elvis  και την καταπληκτική κιθάρα του  James Burton είναι δυναμικότερο και σαφώς ανώτερο του Berry.
8. "Steamroller Blues" – 1973
Το "Steamroller Blues" είναι ένα μπλουζ που γράφτηκε από τον James Taylor το 1970. Επικός ο στίχος “I'm a napalm bomb- Guaranteed to blow your mind…”. Ο Elvis Presley το περιέβαλε στο διάσημο live album του “Aloha From Hawaii: Via Satellite”. Αργότερα, την ίδια χρονιά, το κυκλοφόρησε και ως Β΄ πλευρά του "Fool". Το τραγούδι έφτασε στο νο 17 στα αμερικάνικα pop singles charts.

9. "You Gave Me a Mountain" – 1973
Το "You Gave Me a Mountain" είναι ένα τραγούδι του τραγουδιστή της country Marty Robbins («My Woman,My Woman,My Wife») από την δεκαετία του 1960. Αρκεί να ακούσεις τις δύο εκτελέσεις για να καταλάβεις το μεγαλείο της φωνής του Elvis και πως μπορούσε να πάρει ένα "ξένο" τραγούδι και να το αλλάξει πάντα προς το καλύτερο και ανώτερο, να το απογειώσει κυριολεκτικά. Το τραγούδι που είναι ημι-gospel μιλάει για τις δοκιμασίες ενός ανθρώπου από το ξεκίνημα της ζωής του με έσχατη δοκιμασία την εγκατάλειψή του από την γυναίκα του μαζί με τον μοναδικό του γιο. «But this time, Lord you gave me a mountain-A mountain you know I may never climb-It isn't just a hill any longer-You gave me a mountain this time».

10.  "An American Trilogy" – 1973

To "An American Trilogy" που συνέθεσε ο τραγουδοποιός της country, Mickey Newbury, αγαπήθηκε από τον Elvis Presley, και έγινε και αυτό ένα τραγούδι - σήμα κατατεθέν του, που το τραγουδούσε συνεχώς στις συναυλίες του στη δεκαετία του 1970. Στην πραγματικότητα πρόκειται για ένα medley τριών τραγουδιών του 19ου αιώνα: το "Dixie", ένα τραγούδι που έγινε ο ανεπίσημος ύμνος της Συνομοσπονδίας στον λεγόμενο «εμφύλιο», το "All My Trials", που ήταν ένα νανούρισμα των αφροαμερικάνων από τις Μπαχάμες και το "The Battle Hymn of the Republic", ένα ημι-θρησκευτικό τραγούδι που ήταν συνδεδεμένο με τον στρατό της Ένωσης. Ο Presley άρχισε να εκτελεί το τραγούδι σε μια συναυλία του 1972, στο ντοκιμαντέρ “Elvis on Tour” και στo "ElvisAloha from Hawaii". 

Τετάρτη, 28 Ιουνίου 2017

The Billy Fury story



Ο Billy Fury ήταν ένας από τους πρωτοπόρους Άγγλους rock and roll τραγουδιστές με ιδιαίτερη επιτυχία από τα τέλη της δεκαετίας του 1950 έως τα μέσα της δεκαετίας του 1960.

Ένας συνδυασμός αρρενωπότητας, καλής φωνής και μουσικού ταλέντου, βοήθησαν τον Fury να γίνει ένα μεγάλο αστέρι του ροκ και ρολ. Οι πρώτες του σκηνικές παρουσίες λογοκρίθηκαν γιατί θεωρήθηκαν ότι παρά ήταν σεξουαλικές. Ο Fury ισοφάρισε το ρεκόρ των Beatles με 24 hits στη δεκαετία του 1960.

Ο Fury γεννήθηκε ως Ronald Wycherley στο Λίβερπουλ. Ξεκίνησε από μικρός μαθήματα μουσικής στο πιάνο και αγόρασε την πρώτη του κιθάρα στην ηλικία των 14 ετών. Σχημάτισε την πρώτη του  μπάντα το 1955, ενώ ταυτόχρονα εργαζόταν σε ρυμουλκό και αργότερα ως λιμενεργάτης. Κέρδισε σε ένα διαγωνισμό ταλέντων και το 1958 άρχισε να συνθέτει τα δικά του τραγούδια. Συνάντησε τον μουσικό παραγωγό Larry Parnes στο θέατρο Essoldo με την ελπίδα να δείξει ενδιαφέρον ο διάσημος τότε τραγουδιστής Marty Wilde (πατέρας της Kim Wilde) για κάποια τραγούδια που είχε γράψει, όμως ο Parnes έσπρωξε τον νεαρό Wycherley επάνω στη σκηνή αμέσως. Ήταν τόσο άμεση η επιτυχία του, ώστε ο Parnes, τον πρόσθεσε στην περιοδεία και τον μετονόμασε σε «Billy Fury» (το fury στα αγγλικά σημαίνει μανία).

Κυκλοφόρησε το πρώτο του single hit για τη Decca, το "Maybe Tomorrow" το 1959, εμφανίστηκε στην τηλεόραση και το 1960, έφθασε στον Νο. 9 των βρετανικών singles με το "Colette", ενώ ακολούθησε το "That's Love" και το πρώτο του άλμπουμ το "The Sound of Fury" (1960).


Όταν σταμάτησε την συνεργασία του με το συγκρότημα ‘Georgie Fame and the Blue Flames’ που ήταν η backing band του και άρχισε κάποιες ακροάσεις στο Λίβερπουλ, μεταξύ των συγκροτημάτων που εμφανίστηκαν ήταν και οι Beatles, οι οποίοι τότε ονομάζονταν ‘Silver Beetles’. Δεν τους φάνηκε καλή η προσφορά και αφού ο Lennon πήρε ένα αυτόγραφο του Fury, έφυγαν. Ως backing band τελικά προσλήφθηκαν οι Tornados και ταξίδεψαν και ηχογράφησαν μαζί του από τον Ιανουάριο του 1962 μέχρι τον Αύγουστο του 1963.

Σταδιακά ο Fury άρχισε να επικεντρώνεται λιγότερο στο rock and roll ροκ και περισσότερο στις mainstream μπαλάντες, όπως το "Halfway to Paradise" και το "Jealousy" (το οποίο έφτασε στο Νο. 3 και στο Νο 2 αντίστοιχα στα βρετανικά charts το 1961). Όπως ομολόγησε ο Fury «ήθελα να με σκέφτονται οι άνθρωποι απλώς ως τραγουδιστή - και όχι συγκεκριμένα, ως ροκ τραγουδιστή, μεγαλώνω και θέλω να διευρύνω το πεδίο μου».

Η διετία 1961 - 1963 ήταν τα καλύτερα χρόνια του Fury. Το 1962 εμφανίστηκε στην πρώτη του ταινία, το “Play It Cool”, με βάση τις ταινίες του Elvis. Το hit single από την ταινία ήταν "Once Upon a Dream".
Το 1963 ηχογράφησε το “Fury's We Want Billy!”, ένα από τα πρώτα live άλμπουμ στην βρετανική ροκ ιστορία. Το 1965 εμφανίστηκε στην ταινία “I've Gotta Horse”.


Έχοντας ακόμα επιτυχίες στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπως το "It's Only Make Believe" και το "I Will" το 1964 και το "In Thoughts of You", ο Fury άρχισε να απουσιάζει από τα charts το 1967. Μετά από προβλήματα με την εφορία και τις δύο χειρουργικές επεμβάσεις στην καρδιά του το 1972 και το 1976, αποφάσισε να εγκαταλείψει τις περιοδείες του.

Το 1981 το τραγούδι "Be Mine Tonight" δεν είχε καμία επιτυχία, ενώ εκείνη την χρονιά η Fury, ενώ δούλευε στο αγρόκτημά του, κατέρρευσε. Ο Fury είχε από μικρός προβλήματα με την καρδιά. Το 1982, ηχογράφησε ένα άλμπουμ επιστροφής, το ‘The One and Only’ (κυκλοφόρησε μετά το θάνατό του) με τον Stuart Colman, παραγωγό του Shakin Stevens. Η τελευταία του εμφάνιση έγινε στο Sunnyside του Northampton, στις 4 Δεκεμβρίου 1982, που μαγνητοσκοπήθηκε για την τηλεόραση.

Τις πρώτες πρωινές ώρες της 28ης Ιανουαρίου 1983, ο Fury υπέστη καρδιακή προσβολή στο σπίτι του στο Λονδίνο. Πέθανε το επόμενο απόγευμα. Ήταν 42 ετών.